θύρηφι

θύρηφι [pron. full] [ῠ], [dialect] Ep. dat. of θύρα, used as Adv.,
A outside, Od.9.238, Hp. Superf.2, etc.; τὰ θ., opp. τὰ ἔνδοθι, Od.22.220; τὸ or τὰ θ., Hes.Op. 365, Naumach. ap. Stob.4.23.7.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θύρηφι(ν) — (Α) (επικ. τ. δοτ. τού θύρα* ως επίρρ.) έξω («τὰ τ ἔνδοθι καὶ τὰ θύρυφιν», Ομ. Οδ.) …   Dictionary of Greek

  • θύρῃφι — indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύρηφι — θύρα door fem dat pl (epic ionic) θύρῃφι indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύρηφ' — θύρηφι , θύρα door fem dat pl (epic ionic) θύρηφι , θύρῃφι indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύρα — Άνοιγμα των εξωτερικών ή των εσωτερικών τοίχων ενός κτιρίου ή ενός τείχους, που επιτρέπει τη διάβαση ανθρώπων ή οχημάτων και συνήθως κλείνεται με ένα ή περισσότερα θυρόφυλλα. Στην αρχαιότητα η θ. ήταν χώρος ιερός ή μαγικός, γι’ αυτό και οι θ. των …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.